σαυκρός

-ά, -όν, Α
(κατά τον Ησύχ.) «ἁβρός».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. σαυκρός (πρβλ. θαλυ-κρός), όπως και ο τ. «σαυχμόν
σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές» με διαφορετικό επίθημα (πρβλ. αὐχμός) και διαφορετική σημασία (πρβλ. αρχ. ινδ. sūksma- «αδύνατος, λεπτός») είναι εκφραστικοί τ. αβέβαιης ετυμολ., στους οποίους οι λεξικογράφοι έχουν αποδώσει ποικιλία σημασιών. Η σύνδεση τού τ. σαυκρός με τη λ. ἄκρος οφείλεται ασφαλώς σε παρετυμολογία. Η σύνδεση, εξάλλου, τών τ. με τους τ. «ψαυκρόν
κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν», «ψαυκρός
καλλωπιστής, ταχύς» (πρβλ. ψαυκρόποδα
κουφόπουδα») οδήγησε στο να θεωρηθούν οι τύποι παράγωγα τού ρ. ψαύω, από το οποίο με απλοποίηση τού αρκτικού ψ- σε σ- προήλθαν οι τ. σαυκρός / σαυχμόν. Έχει προταθεί, τέλος, η σύνδεση τών τ. με τα σαῦλος και σαύρα*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαυκρός — dry masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυκρόν — σαυκρός dry masc acc sg σαυκρός dry neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυκρόπους — ὁ, ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἁβρόπους». [ΕΤΥΜΟΛ. < σαυκρός «αβρός» + πούς] …   Dictionary of Greek

  • σαυχμόν — Α (κατά τον Ησύχ.) «σαχνόν, χαῡνον, σαθρόν, ἀσθενές». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. σαυκρός] …   Dictionary of Greek

  • σαχνός — και σακνός, ή, όν, ΜΑ 1. τρυφερός («σαχνὰ κρέα», Γαλ.) 2. ασθενής, αδύνατος, ισχνός («καὶ παλαμύδες ποταπές, σαχνὲς καὶ βρωμισμένες», Πρόδρ). [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. σαχνός και σακνός (πρβλ. σαυκρόν: σαυχμόν) έχουν συνδεθεί με τον ενεστ. σώχω, ιων. τ. τού …   Dictionary of Greek

  • σαύλος — αύλη, ον, Α 1. (για τρόπο βαδίσματος και συμπεριφοράς) επιτηδευμένος, θηλυπρεπής, προκλητικός, ο τρόπος με τον οποίο βάδιζαν οι εταίρες και οι βακχεύουσες 2. (για ίππο) αυτός που βαδίζει καμαρωτά («σαῡλος βαίνειν, ἵππος ὡς κορωνίδης», Σιμων.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • σαύρα — Γένος σαυροειδών της οικογένειας των Σαυριδών, της τάξης των φολιδωτών. Ανάλογα με τα είδη οι σ. έχουν συνολικό μήκος από 12 ως 60 περίπου εκ.· το σώμα τους καλύπτεται στη ράχη από κεραμιδοειδείς φολίδες ή κόκκους, ενώ στο κεφάλι και στην κοιλιά… …   Dictionary of Greek

  • ψαυκρός — ά, όν, Α (κατά τον Ησύχ.) 1. (το αρσ.) «καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός» 2. (το ουδ. σε συνεκφορά με τη λ. γόνυ) «κοῡφον, ἀπὸ τοῡ ἄκρως ψαύειν». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σαυκρός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.